Στο Γρεβενίτι, εκεί που το Ανατολικό Ζαγόρι ζει όλο τον χρόνο

Το Γρεβενίτι στο Ανατολικό Ζαγόρι

Την πετύχαμε την ώρα που άνοιγε φύλλο. Η κυρία Βασιλεία δούλευε πάνω σε μια μεγάλη, στρογγυλή ξύλινη επιφάνεια, αλεύρωνε τη ζύμη και την άπλωνε με κινήσεις τόσο σίγουρες και φυσικές, που σχεδόν σε έκαναν να πιστέψεις ότι είναι εύκολο. Δεν είναι.

Για χρόνια το Γρεβενίτι ήταν για μένα απλώς ένα χωριό από το οποίο περνούσα, τις λίγες φορές που έπαιρνα τον δρόμο για το Ανατολικό Ζαγόρι. Το γνώρισα πραγματικά τον Οκτώβριο του 2025, όταν έμεινα εκεί μια εβδομάδα για ένα σεμινάριο. Από τότε επιστρέφω όποτε μπορώ. Όχι μόνο για τα δάση και τη θέα, αλλά για κάποιους ανθρώπους που έκαναν αυτό το χωριό κάπως δικό μου.

Το στέκι της κυριας Βασιλείας
Στο στέκι της κυρίας Βασιλείας

Στο στέκι της κυρίας Βασιλείας

Η κυρία Βασιλεία και ο κύριος Βασίλης είναι παντρεμένοι εδώ και 52 χρόνια και κρατούν μια παραδοσιακή ταβέρνα στο χωριό. Είναι από τους πιο φιλόξενους ανθρώπους που έχω γνωρίσει ποτέ. Εκείνη είναι εξαιρετική στο άνοιγμα φύλλου και στις παραδοσιακές πίτες, όμως αυτό που έχω αγαπήσει περισσότερο είναι ο τρόπος που σε κάνουν να νιώθεις. Ο κύριος Βασίλης είναι πάντα χαμογελαστός, πρόθυμος να ακούσει αλλά και να μοιραστεί μια ιστορία και μαζί τους μπορείς να πιάσεις κουβέντα για οτιδήποτε, σαν να τους ξέρεις πολύ περισσότερο καιρό.

Κάθε φορά που βρίσκομαι εκεί νιώθω μια οικειότητα που για καιρό δεν ήξερα πώς να περιγράψω. Ίσως γιατί μεγάλωσα στην πόλη και δεν είχα ποτέ αυτό που πολλοί αποκαλούν «το σπίτι στο χωριό». Εκείνο το μέρος όπου πηγαίνεις τα Σαββατοκύριακα, όπου υπάρχει πάντα κάτι σπιτικό να φας, άνθρωποι που χαίρονται να σε βλέπουν και κουβέντες που συνεχίζονται χωρίς κανείς να κοιτάζει το ρολόι.

Ένας φίλος που ήταν μαζί μου εκείνη την ημέρα είπε ότι η κυρία Βασιλεία του θύμιζε τη γιαγιά του και κάπως έτσι κατάλαβα καλύτερα τι ένιωθα κι εγώ. Μια ζεστασιά, μια θαλπωρή που δεν είχα συνδέσει με δικές μου παιδικές αναμνήσεις, αλλά που την αναγνώριζα κάθε φορά που επέστρεφα.

Οι δυο τους κρατούν την ταβέρνα ανοιχτή όλο τον χρόνο, ακόμη και τους μήνες που η κίνηση στο Ανατολικό Ζαγόρι είναι περιορισμένη. Κι αυτό δεν είναι καθόλου αυτονόητο για ένα ορεινό χωριό, όπου υπάρχουν εποχές που οι επισκέπτες είναι λιγοστοί.

Δίπλα από το τζάκι

Ακριβώς απέναντι βρίσκεται το Χάνι, ο ξενώνας του Βασίλη, ενός νέου ανθρώπου που εδώ και περίπου έναν χρόνο έχει δημιουργήσει έναν υπέροχο χώρο φιλοξενίας στο χωριό. Εκεί είχαμε μείνει την εβδομάδα του σεμιναρίου. Αυτό που θυμάμαι πιο έντονα είναι τα βράδια δίπλα στο μεγάλο τζάκι, με τους καναπέδες γύρω από τη φωτιά, ένα βιβλίο ανοιχτό και τις κουβέντες της ημέρας να συνεχίζονται χωρίς βιασύνη. 

Είναι ακριβώς αυτό που φαντάζομαι όταν σκέφτομαι λίγες μέρες σε ένα ορεινό χωριό το φθινόπωρο. Να έχεις περάσει όλη τη μέρα στο βουνό και να γυρίζεις κάπου ζεστά, χωρίς να χρειάζεται να κάνεις τίποτα άλλο.

Είναι όμορφο να βλέπεις έναν νέο άνθρωπο να χτίζει κάτι δικό του σε ένα χωριό που τόσοι έχουν αφήσει πίσω τους. Αυτή τη φορά, εκείνος θα μας πήγαινε στη λίμνη Κοσμαίου.

Στα δρομάκια του χωριού

Πριν ξεκινήσουμε, όμως, κάναμε έναν περίπατο στο χωριό.

Το Γρεβενίτι είναι χτισμένο σε υψόμετρο περίπου 980 μέτρων, σε μια πλαγιά που το φθινόπωρο γεμίζει με όλες τις αποχρώσεις του κίτρινου, του πορτοκαλί και του κόκκινου. Τα σπίτια ξεπροβάλλουν ανάμεσα στα δέντρα και στο κέντρο ξεχωρίζει το καμπαναριό της εκκλησίας.

Το μορφωτικό κέντρο "Πετρίδειο"
Το μορφωτικό κέντρο "Πετρίδειο"

Περπατώντας στα δρομάκια, ανάμεσα σε πέτρινα σπίτια, αυλές με λουλούδια και ξύλα στοιβαγμένα για τον χειμώνα, συναντήσαμε την κυρία Κούλα, μια γλυκύτατη γυναίκα που χάρηκε πολύ όταν μας είδε. Πιάσαμε κουβέντα και μας μίλησε για το Γρεβενίτι των προηγούμενων δεκαετιών, τότε που το σχολείο είχε 60 παιδιά και τρεις δασκάλους.

Ήταν κάποτε ένα από τα κεφαλοχώρια του Ανατολικού Ζαγορίου, με πολύ περισσότερους κατοίκους και μια καθημερινότητα που σήμερα δύσκολα φαντάζεσαι. Η ιστορία του έχει όμως και μια σκοτεινή πλευρά. Στη γερμανική Κατοχή το χωριό πυρπολήθηκε, πολλά σπίτια κάηκαν και κάτοικοί του έχασαν τη ζωή τους. Γι’ αυτό το Γρεβενίτι έχει αναγνωριστεί ως μαρτυρικό χωριό και γι’ αυτό σήμερα δεν βλέπεις εδώ τόσα παλιά παραδοσιακά σπίτια όσα σε άλλα χωριά του Ζαγορίου.

Λίγο παρακάτω, στο παντοπωλείο, χαιρετήσαμε τον κύριο Σωτήρη. «Ήρθα πριν από δώδεκα χρόνια από την Αθήνα, για δυο μήνες το καλοκαίρι», μου είπε. «Και δεν ξανάφυγα ποτέ.»

Μιλώντας μαζί του, η κουβέντα πήγε αναπόφευκτα στο πόσο όμορφο θα ήταν να υπήρχαν περισσότεροι σαν αυτόν. Περισσότεροι μόνιμοι κάτοικοι, αλλά και περισσότεροι επισκέπτες που θα γνώριζαν αυτή την πλευρά του Ζαγορίου, με τα δάση, τις λίμνες, τις ορεινές διαδρομές και τους μικρούς οικισμούς που πολλοί δεν ξέρουν καν ότι υπάρχουν.

Είναι κάτι που με απασχολεί κάθε φορά που επισκέπτομαι τέτοια χωριά. Πώς μπορεί ένας τόπος να προσελκύσει κόσμο, να στηρίξει τις επιχειρήσεις του και να δημιουργήσει ευκαιρίες για τους κατοίκους του, χωρίς να χάσει τον χαρακτήρα του; Η ανάπτυξη χρειάζεται για να συνεχίσουν να έχουν ζωή αυτά τα χωριά, αλλά χρειάζεται και μέτρο, για να μη φτάσουμε στον υπερτουρισμό που βλέπουμε αλλού. Και ίσως ένα μέρος της απάντησης να βρίσκεται ήδη εδώ, στους ανθρώπους που στηρίζουν ο ένας τον άλλον. Η ταβέρνα που μένει ανοιχτή όλο τον χρόνο, ο ξενώνας απέναντι, το παντοπωλείο. Ο καθένας κρατά λίγο ζωντανό τον τόπο και για τους υπόλοιπους.

Μέσα στο παντοπωλείο
Μέσα στο παντοπωλείο

Ως τη λίμνη Κοσμαίου

Λίγο πριν ξεκινήσουμε για τη λίμνη, επιστρέψαμε στην κυρία Βασιλεία, που μόλις είχε βάλει την πίτα στη γάστρα, πάνω στα αναμμένα κάρβουνα. Δώσαμε ραντεβού για αργότερα, αφού εννοείται πως θα γυρίζαμε να τη δοκιμάσουμε. Άλλωστε, ποιος λέει όχι σε μια σπιτική πίτα;

Και κάπως έτσι ξεκινήσαμε με το 4×4. Η πρώτη στάση ήρθε σχεδόν πριν προλάβουμε να βολευτούμε στις θέσεις μας. Μόλις πέντε λεπτά από το Γρεβενίτι βρίσκεται η λίμνη Ζορίκα, ή αλλιώς η λίμνη με τα νούφαρα, όπως τη λένε πολλοί. Μια μικρή, ήσυχη λίμνη τόσο κοντά στο χωριό, που αναρωτιέσαι πόσοι περνούν από δίπλα της χωρίς να ξέρουν καν ότι υπάρχει.

Από εκεί συνεχίσαμε προς την περιοχή της λίμνης Αώου, απ’ όπου ξεκινά ο χωματόδρομος για την Κοσμαίου.

Δεν ξέρω αν θα μπορούσαμε να έχουμε πετύχει καλύτερη εποχή για αυτή τη διαδρομή. Τα δάση βρίσκονταν στην κορύφωση των φθινοπωρινών τους χρωμάτων, οι οξιές είχαν γίνει χάλκινες, πορτοκαλί και βαθιές κόκκινες και ανάμεσά τους ξεχώριζε το σκούρο πράσινο των κωνοφόρων. Σε κάποια σημεία τα δέντρα ήταν τόσο πυκνά που τα κλαδιά τους σχεδόν ενώνονταν πάνω από τον δρόμο, ενώ το έδαφος ήταν στρωμένο με πεσμένα φύλλα.

Όσο ανεβαίναμε, το δάσος αραίωνε και μπροστά μας άνοιγαν εικόνες που δυσκολευόσουν να χορτάσεις. Από ένα σημείο φαινόταν η λίμνη Αώου και τα γύρω βουνά, με ολόκληρες πλαγιές βαμμένες στα χρώματα του φθινοπώρου. Ήθελα να σταματάμε συνεχώς για φωτογραφίες, παρότι ήξερα ότι καμία δεν θα μπορούσε να αποδώσει αυτό που βλέπαμε.

Όταν φτάσαμε στη λίμνη Κοσμαίου, το τοπίο ήταν αρκετά διαφορετικό. Οι οξιές γύρω της είχαν ήδη χάσει μεγάλο μέρος του φυλλώματός τους, τα χόρτα στις όχθες είχαν πάρει ένα βαθύ χρυσαφένιο χρώμα και το νερό κάτω από τον συννεφιασμένο ουρανό, έμοιαζε σχεδόν σκοτεινό. Μου άρεσε πολύ αυτή η αντίθεση. Λίγη ώρα νωρίτερα περνούσαμε μέσα από δάση γεμάτα έντονα χρώματα και τώρα βρισκόμασταν σε ένα τοπίο που έμοιαζε να ετοιμάζεται ήδη για τον χειμώνα.

Στη διαδρομή η κουβέντα γύρισε αρκετές φορές στο ίδιο θέμα. Το Γρεβενίτι είναι ιδανική βάση για να γνωρίσεις το Ανατολικό Ζαγόρι, με δάση, λίμνες και ορεινά μονοπάτια που οι περισσότεροι επισκέπτες δεν ξέρουν καν ότι υπάρχουν. Κι όμως, η περιοχή μένει ακόμη στη σκιά του υπόλοιπου Ζαγορίου. Το να αλλάξει αυτό δεν είναι δουλειά ενός ανθρώπου. Χρειάζεται οι λίγοι που δουλεύουν εδώ να στηρίζουν ο ένας τον άλλον, να μοιράζονται ιδέες και να βλέπουν τον διπλανό τους ως συνεργάτη κι όχι ως ανταγωνιστή.

Γι’ αυτό με συγκινεί κάθε φορά που βλέπω νέους ανθρώπους να μένουν σε ένα τέτοιο χωριό και να παλεύουν να το αναδείξουν. Δεν είναι η εύκολη επιλογή. Ίσως όμως είναι ο μόνος τρόπος να συνεχίσουν αυτά τα μέρη να έχουν ζωή.

Στον δρόμο της επιστροφής σταματήσαμε στο ξωκλήσι της Αγίας Παρασκευής, ένα μικρό πέτρινο εκκλησάκι μέσα στο δάσος, με τα δέντρα να το περιβάλλουν και το έδαφος στρωμένο με φθινοπωρινά φύλλα.

Ένας λόγος να επιστρέφω

Και φυσικά, όπως είχαμε υποσχεθεί, καταλήξαμε στο στέκι της κυρίας Βασιλείας, που μας περίμενε με τη χρυσαφένια πίτα της και μας φίλεψε με όλα τα καλά.

Πριν πάρουμε τον δρόμο της επιστροφής, κάναμε μια τελευταία στάση στη λίμνη Αώου. Νωρίτερα την είχαμε δει από ψηλά, μικρή ανάμεσα στις χρωματιστές πλαγιές και τώρα βρισκόμασταν στις όχθες της. Ήταν ο πιο ήρεμος τρόπος να κλείσει μια μέρα που είχε αρχίσει με μια πίτα και είχε γεμίσει με τρεις λίμνες, ένα δάσος στο απόγειο του φθινοπώρου και πολλές, πολλές κουβέντες.

Σκεφτόμουν αργότερα πόσο διαφορετική θα ήταν αυτή η μέρα αν είχα απλώς περάσει από το χωριό, είχα κάνει τη βόλτα μου, είχα βγάλει μερικές φωτογραφίες και είχα φύγει. Το τοπίο θα ήταν εξίσου όμορφο και η διαδρομή ως τη λίμνη το ίδιο εντυπωσιακή, αλλά θα μου έλειπαν όλες εκείνες οι κουβέντες και οι μικρές συναντήσεις που την έκαναν τόσο ιδιαίτερη. Ο κύριος Σωτήρης ήρθε για δυο μήνες και δεν έφυγε ποτέ. Εγώ ήρθα για μια εβδομάδα και από τότε υπάρχουν εκεί άνθρωποι που χαίρομαι πραγματικά να ξαναβλέπω, που θυμάμαι τις ιστορίες τους και θέλω να μαθαίνω νέα τους.

Κάπως έτσι, ένα μέρος που κάποτε απλώς προσπερνούσα έγινε ένα από εκείνα στα οποία ψάχνω πάντα μια αφορμή για να επιστρέψω.

*It is forbidden to republish/ use photographic material or any part of the article without the author’s consent.

Κείμενο © λ3 by Myrto Lampri

Φωτογραφία © λ3 by Giorgos Rousopoulos, Drone shotes by Myrto Lampri

#lovenlivelife

Contact Us
Subscribe to Newsletter

Shopping cart0
There are no products in the cart!
Continue shopping
0
Lamda3

Excursions Interest!