Εκτός χάρτη, εντός εαυτού: Μια διαδρομή στην καρδιά της Αρκαδίας

Με την ψυχή να μοχθεί αδιάκοπα για επιστροφή στα απλά, η απόδραση γίνεται αναγκαιότητα. Είναι εκείνη η βαθιά, λαχτάρα για αποσύνδεση από τον θόρυβο και επανασύνδεση με το ουσιώδες, που μας σπρώχνει να ξεκινήσουμε. Σαν μια εσωτερική πυξίδα κουρδισμένη στα ενδότερα, να μας ωθεί προς τόπους άγραφους, μα τόσο οικείους. Χωρίς αυστηρό σχέδιο, με μονάχα τα απολύτως αναγκαία ριγμένα στα πίσω καθίσματα, ποδήλατα δεμένα στη σχάρα, χρωματιστοί υπνόσακοι να ακουμπούν τα τζάμια – «τρέχουμε» για να χαθούμε. Για να κοιμηθούμε κάτω από τ’ αστέρια, να ξυπνήσουμε με το πρώτο φως της αυγής. Να ανοίξουμε το φερμουάρ της σκηνής οροφής και να ξεπροβάλλουμε στο δικό μας παράθυρο προς την αρκαδική φύση.

Είναι η επιθυμία εκείνη για τόπους που δεν αρκεί να τους δεις, θέλεις να τους ζήσεις, να τους περπατήσεις, να τους μυρίσεις. Να τους αφήσεις να σε διαπεράσουν, όπως ο πρωινός αέρας περνά ανάμεσα απ’ τα δέντρα – και μέσα τους είτε να χαθείς, είτε να σε ξαναβρείς.

Το καταφύγιό μας στην καρδιά του Μαινάλου

Φτάσαμε αργά εκείνο το βράδυ, καθώς ο ήλιος είχε ήδη χαμηλώσει πίσω από τις κορυφές και το φως υποχωρούσε. Ανεβαίνοντας τον δρόμο προς τα Μαγούλιανα αφήσαμε την κύρια διαδρομή και μπήκαμε βαθύτερα μέσα στο δάσος του Μαινάλου, ένα από τα αρχαιότερα και πιο μυθικά βουνά της Πελοποννήσου.

Σταθμεύσαμε σε ένα ξέφωτο σαν να μας περίμενε να το ανακαλύψουμε. Ανοίγουμε το φερμουάρ της σκηνής, και μέσα σε λίγα λεπτά, με κινήσεις γνώριμες πια, το καταφύγιό μας παίρνει μορφή. Το ύφασμα τεντώνεται απαλά και οι πτυχές του αγγίζουν τα χαμηλά φύλλα των δέντρων. Με τα σώματα κουρασμένα, μα τις ψυχές τόσο ανάλαφρες, και τον νου ακουμπισμένο στο τίποτα θα καταφύγουμε σε αυτή την εσωτερική ησυχία που μόνο η φύση γνωρίζει να προσφέρει.

Το Μαίναλο απλωνόταν γύρω μας σαν σκηνικό θεάτρου, σιωπηλό και επιβλητικό. Ελατοσκέπαστες πλαγιές, αχνές σκιές ανάμεσα στους κορμούς, και η βαθιά, χαρακτηριστική μυρωδιά της ορεινής νύχτας, δροσερή, πυκνή, χειμωνιάτικη.

Η αυγή στη φύση επιβάλλεται. Ο αέρας γεμίζει ήχους, το κρύο υποχωρεί, και όλα φωτίζονται με ένα φως απαλό, διαχυτικό. Στο μικρό πλαίσιο που αποκαλύπτεται καθώς ανοίγουμε το φερμουάρ της σκηνής, ο ουρανός ξεδιπλώνεται χρωματισμένος γλυκά, ροζ, γαλάζιο, και λίγο χρυσάφι στις κορυφές των δέντρων. Το πρωινό στο βουνό δεν μοιάζει με κανένα άλλο. Η υγρασία δροσίζει το πρόσωπο, και η μυρωδιά του δάσους είναι πιο ζωντανή από ποτέ. Είναι εκείνη η στιγμή που δεν χρειάζεσαι τίποτα περισσότερο.

Στήνουμε έναν μικρό πρωινό χώρο δίπλα στο αυτοκίνητο. Βάζουμε νερό να ζεσταθεί και φτιάχνουμε τσάι με βότανα του βουνού. Το κρατάμε στα χέρια σαν μικρή εστία ζεστασιάς, κοιτώντας το τοπίο που ξυπνά ήσυχα γύρω μας. Φρέσκα αυγά από τον φούρνο της Βυτίνας, λίγες ελιές και μερικές φέτες ντομάτας συνθέτουν το σημερινό μας πρωινό, απλό, χορταστικό και σερβιρισμένο κάπου βαθιά στην καρδιά του δάσους.

Ποδηλατώντας στην καρδιά της Αρκαδίας

Με τον ήλιο να ανεβαίνει σταθερά ψηλότερα, φορέσαμε τα κράνη μας και ξεκινήσαμε την πορεία ανατολικά, ποδηλατώντας μέσα στο πυκνό δάσος του Μαινάλου. Η διαδρομή μας είχε αφετηρία την Ελάτη, έναν μικρό ορεινό οικισμό φωλιασμένο στα 1.200 μέτρα, μέσα στην αγκαλιά του ελατοδάσους. Το φως περνούσε φιλτραρισμένο μέσα από τα ψηλά δέντρα, φωτίζοντας τους πέτρινους τοίχους των σπιτιών που απλώνονταν αμφιθεατρικά πάνω στην πλαγιά. Η Ελάτη είναι χωριό ήσυχο, παραδοσιακό, με φροντισμένα σοκάκια και αυλές γεμάτες λουλούδια. Όπως μας είπε ένας ντόπιος, το παλιό της όνομα ήταν Γαρζένικο, «πόλη του δάσους», και δύσκολα θα μπορούσε να της ταίριαζε κάτι καλύτερο. Εδώ, το δάσος δεν είναι φόντο. Είναι παντού γύρω σου, ζωντανό, παρόν και κυρίαρχο.

Αφήνοντας πίσω μας την Ελάτη, ο δρόμος άρχισε να κατηφορίζει ήπια. Η διαδρομή περνούσε μέσα από πυκνή βλάστηση, με τα έλατα να ανοίγουν διάδρομο ανάμεσά μας. Το ποδήλατο κυλούσε, κι εμείς, χωρίς να μιλάμε πολύ, αφήναμε τον ρυθμό του βουνού να μας συνεπαίρνει με κάθε πεταλιά. Οι στάσεις για να απολαύσουμε τα τοπία που εναλλάσσονταν ήταν πολλές μα σύντομα φάνηκαν οι κεραμιδοσκεπές ανάμεσα στα κυπαρίσσια κι ύστερα οι πρώτες αυλές και τα πετρόχτιστα σπίτια που αγκαλιάζουν την πλαγιά. Η Στεμνίτσα αποκαλύπτεται ολόκληρη μόνο όταν έχεις ήδη φτάσει και εκεί βρίσκεται η γοητεία της. 

Κατεβαίνουμε από τα ποδήλατα και περπατάμε αργά στα καλντερίμια, αφήνοντας τα μάτια να σταθούν σε λεπτομέρειες: το πέτρινο καμπαναριό που δεσπόζει πάνω από την πλατεία, τα παλιά αρχοντικά με τα περίτεχνα μπαλκόνια και τις βαριές πόρτες, οι αυλές γεμάτες λουλούδια και ιστορίες. Η Στεμνίτσα έχει φινέτσα, όχι από πολυτέλεια, αλλά από διαχρονική αρχοντιά, αυτή που χτίστηκε με λίγα και άντεξε στον χρόνο.

Το χωριό υπήρξε σημαντικό κέντρο μεταλλοτεχνίας, φημισμένο για την παράδοση στην αργυροχρυσοχοΐα, την οποία συνεχίζει και σήμερα μέσα από τη σχολή που λειτουργεί ακόμη. Η ατμόσφαιρα είναι ήρεμη. Στο καφενείο της πλατείας κάποιοι συζητούν σιγανά, ο καφές αχνίζει στα χείλη, κι εμείς, χωρίς να το καταλάβουμε, αφήνουμε πίσω τον ρυθμό του πεταλιού και περνάμε στα τραπεζάκια της ταβέρνας με θέα την πλαγιά.

Οι μυρωδιές βγαίνουν από την κουζίνα κι ανακατεύονται με τον αέρα. Εδώ, οι μερίδες είναι μεγάλες και καλοφτιαγμένες. Τυροπιτάρι τραγανό με χειροποίητο φύλλο, πατάτες ψημένες στο ταψί με λάδι και ρίγανη, λαχανικά από τον δικό τους κήπο και κρασί σπιτικό, κόκκινο, γεμάτο. 

Ταξιδεύοντας στην Αρκαδία

Η Αρκαδία είναι εκεί κάθε φορά που έχεις ανάγκη να αποσυνδεθείς, να κινηθείς πιο αργά, να θυμηθείς τι σημαίνει «έξω». Και αυτό είναι που την κάνει ξεχωριστή.

*It is forbidden to republish/ use photographic material or any part of the article without the author’s consent.

Κείμενο © λ3 by Filia Diamitriadi 

Φωτογραφία © λ3 by Armandos Kyriakis & Filia Diamitriadi 

#lovenlivelife

Contact Us
Subscribe to Newsletter

Shopping cart0
There are no products in the cart!
Continue shopping
0
Lamda3

Excursions Interest!